αψίδα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | αψίδα | αψίδες |
| γενική | αψίδας | αψίδων |
| αιτιατική | αψίδα | αψίδες |
| κλητική | αψίδα | αψίδες |
[
]
Ετυμολογία
- αψίδα < → Η ετυμολογία λείπει.
[
]
Ουσιαστικό
αψίδα θηλυκό