αϋπνία
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
Ετυμολογία
- αϋπνία < αρχαία ελληνική ἀϋπνία < ἀ- στερητικό + ὕπνος
Ουσιαστικό
αϋπνία θηλυκό
- το να μην κοιμάται κανείς κατά τη διάρκεια της νύχτας
- η αδυναμία να κοιμηθείς, ενώ το θέλεις
- υποφέρω από αϋπνίες