αόρατος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός
ονομαστική αόρατος αόρατη αόρατο
γενική αόρατου αόρατης αόρατου
αιτιατική αόρατο αόρατη αόρατο
κλητική αόρατε αόρατη αόρατο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αόρατοι αόρατες αόρατα
γενική αόρατων αόρατων αόρατων
αιτιατική αόρατους αόρατες αόρατα
κλητική αόρατοι αόρατες αόρατα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

αόρατος < αρχαία ελληνική ἀόρατος < ἀ- στερητικό + ὁρατός

Open book 01.svg Επίθετο[]

αόρατος, -η, -ο

  • που δεν είναι ορατός, που είναι αδύνατον να τον δεις

32πχ Μεταφράσεις[]