αόριστος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
Ετυμολογία
- αόριστος < → Η ετυμολογία λείπει. (Προσθέστε την!)
Επίθετο
αόριστος -η -ο
- χρόνος ρήματος ο οποίος δηλώνει κάτι που έγινε στο παρελθόν, που έχει ολοκληρωθεί

