αόριστος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αόριστος αόριστοι
γενική αορίστου
& αόριστου
αορίστων
& αόριστων
αιτιατική αόριστο αορίστους
& αόριστους
κλητική αόριστε αόριστοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

αόριστος <
  1. αρχαία ελληνική ἀόριστος
  2. (το ουσιαστικό) από τον διαχωρισμό που έκαναν οι στωικοί σε αόριστους και ορισμένους χρόνους

Open book 01.svg Επίθετο[]

αόριστος -η -ο

δεν παρουσίασε στους μετόχους τίποτε άλλο από κάποια αόριστα σχέδια

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

αόριστος αρσενικό

  • χρόνος ρήματος ο οποίος δηλώνει συνοπτικά κάτι που έγινε στο παρελθόν

32πχ Μεταφράσεις[]