αόριστος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αόριστος αόριστοι
γενική αορίστου
ή αόριστου
αορίστων
ή αόριστων
αιτιατική αόριστο αορίστους
ή αόριστους
κλητική αόριστε αόριστοι

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

αόριστος < αρχαία ελληνική ἀόριστος

[] Open book 01.svg Επίθετο

αόριστος -η -ο

δεν παρουσίασε στους μετόχους τίποτε άλλο από κάποια αόριστα σχέδια

[] Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

αόριστος αρσενικό

  • χρόνος ρήματος ο οποίος δηλώνει συνοπτικά κάτι που έγινε στο παρελθόν

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες