αόριστος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αόριστος αόριστοι
γενική αορίστου
ή αόριστου
αορίστων
ή αόριστων
αιτιατική αόριστο αορίστους
ή αόριστους
κλητική αόριστε αόριστοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

αόριστος < αρχαία ελληνική ἀόριστος

Open book 01.svg Επίθετο []

αόριστος -η -ο

δεν παρουσίασε στους μετόχους τίποτε άλλο από κάποια αόριστα σχέδια

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις []

Open book 01.svg Ουσιαστικό []

αόριστος αρσενικό

  • χρόνος ρήματος ο οποίος δηλώνει συνοπτικά κάτι που έγινε στο παρελθόν

32πχ Μεταφράσεις []