αἴνιγμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : αίνιγμα

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []

Πτώση Ενικός Δυικός Πληθυντικός
Ονομαστική αἴνιγμα αἰνίγματε αἰνίγματα
Γενική αἰνίγματος αἰνιγμάτοιν αἰνιγμάτων
Δοτική αἰνίγματι αἰνιγμάτοιν αἰνίγμασι
Αιτιατική αἴνιγμα αἰνίγματε αἰνίγματα
Κλητική αἴνιγμα αἰνίγματε αἰνίγματα
Μαρμάρινη Σφίγγα του 540 π.Χ. στο μουσείο της Ακρόπολης.

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

αἴνιγμα < αἰνίσσομαι αρχαία ελληνική

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

αἴνιγμα ουδέτερο

  1. το δυσνόητο, το ερώτημα που μένει αναπάντητο ή επιδέχεται ποικίλες απαντήσεις, το δυσερμήνευτο, ο γρίφος
    Οἰδίπους ὅδε, ὃς τὰ κλείν΄ αἰνίγματ΄ ᾔδει καὶ κράτιστος ἦν ἀνήρ. (Σοφοκλής, Οιδίπους Τύραννος, 1524-1525)
    τίς οὖν ἔσθ΄ οὗτος ὁ νῦν μὲν οὐκ ὤν, ὑπάρξων δ΄ εἰς τότε; αἰνίγματι γὰρ ὅμοιον τοῦτό γε. (Δημοσθένης, Περὶ τῶν συμμοριῶν, 24-25)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]