αἷμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

αἷμα < αβέβαιης ετυμολόγησης, ίσως συγγενές του αἰονάω (μουσκεύω)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

αἷμα ουδέτερο

  1. το αίμα
  2. στον πληθυντικό: ποταμός αίματος, πολύ αίμα
  3. ο φόνος
    ὅμαιμον αἷμα (ο φόνος συγγενούς)
    ἐφ᾽ αἵματι φεύγειν (για να γλιτώσει δίκη για φόνο)
  4. η καταγωγή, η εξ αίματος συγγένεια
    μητρὸς τῆς ἐμῆς ἐν αἵματι (συγγενής της μητέρας με εξ αίματος συγγένεια)
  5. μεταγενέστερη έννοια: ό,τι μοιάζει με αίμα, π.χ. ο χυμός του σταφυλιού αλλά και το χρώμα που έβγαζαν από την άγχουσα (Anchusa tinctoria) και το χρησιμοποιούσαν μεταξύ άλλων και σαν ρουζ

Εκφράσεις[]

  • οὐκ ἔχων αἷμα : που δεν έχει ψυχή, θάρρος, παλμό, ένταση, ο άτονος, ο λιγόψυχος


Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική αἷμα αἵματα
Γενική αἵματος αἱμάτων
Δοτική αἵματι αἵμασι
Αιτιατική αἷμα αἵματα
Κλητική αἷμα αἵματα


Κλίση[]

  • ο πληθυντικός σχετικά σπάνιος μέχρι τα ελληνιστικά χρόνια. Κάποιοι παραθέτουν και τον δυικό (αἵματε αἱμάτοιν) που δεν είναι γνωστό αν χρησιμοποιείτο και δεν απαντά σε γνωστά κείμενα.


Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]