βάζω
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- βάζω < → Η ετυμολογία λείπει.
Προφορά [
]
[
]
Ρήμα [
]
βάζω, παρατ.: έβαζα, στιγμ. μέλλ.: θα βάλω, αόρ.: έβαλα , μτχ.π.π.: βαλμένος, παθ. αόρ. βάλθηκα
- μετακινώ κάτι και το αφήνω σε ένα σημείο
- συμπληρώνω, γράφω, σημειώνω λέξη, γράμμα ή αριθμό ή άλλο σύμβολο σε κενό ενός εγγράφου, δελτίου ή φόρμας
- έπαιξα ΠΡΟΠΟ και στον πρώτο αγώνα έβαλα Χ
- (για ρούχα) φορώ, ντύνω ή ντύνομαι
- (σε περιφράσεις) εκτελώ την ενέργεια ή προκαλώ το αποτέλεσμα που υποδηλώνει η επόμενη λέξη (συνήθως ουσιαστικό)
- βάζω φωτιά/πυρκαγιά/μπουρλότο
- βάζω βαθμό: αξιολογώ και βαθμολογώ
- βάζω τρικλοποδιά
- βάζω γκολ: πετυχαίνω, σημειώνω γκολ
- βάζω σημάδι: σημαδεύω
- βάζω στο σημάδι: κάνω κάποιον στόχο μιας επίθεσης
- βάζω τέλος: σταματώ, τερματίζω κάτι
- βάζω μπρος / μπροστά: εκκινώ κάτι, ένα μηχάνημα ή μια προσπάθεια, εργασία, επιχείρηση
- (στην παθητική φωνή, μόνο στους συνοπτικούς χρόνους) έχω βάλει κάτι στο μυαλό μου και προσπαθώ να το πετύχω
- δεν ξέρω τι σου έχω κάνει και βάλθηκες να με καταστρέψεις (...και προσπαθείς τόσο πολύ να με καταστρέψεις)
Εκφράσεις [
]
- τα βάζω με κάποιον: ξεκινώ μια διαμάχη
- βάζω κάποιον στο μάτι: παρακολουθώ τις ενέργειες κάποιου που μου έδωσε αφορμή να τον αντιπαθήσω / καταφέρομαι,με οποιαδήποτε αφορμή, εναντίον κάποιου
- βάζω πλώρη για κάπου: ξεκινώ ένα ταξίδι
- βάζω κιλά: γίνομαι πιο βαρύς, παίρνω κιλά, χοντραίνω
[
]
- βάλσιμο (το)