βάζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

βάζω < μεσαιωνική ελληνική βάζω < αρχαία ελληνική βιβάζω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ˈva.zɔ/

Ομώνυμα[]

Open book 01.svg Ρήμα[]

βάζω, παρατ.: έβαζα, στιγμ. μέλλ.: θα βάλω, αόρ.: έβαλα , μτχ.π.π.: βαλμένος, παθ. αόρ. βάλθηκα

  1. μετακινώ κάτι και το αφήνω σε ένα σημείο
    βάζω ένα βιβλίο στη βιβλιοθήκη
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: τοποθετώ
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: βγάζω
  2. συμπληρώνω, γράφω, σημειώνω λέξη, γράμμα ή αριθμό ή άλλο σύμβολο σε κενό ενός εγγράφου, δελτίου ή φόρμας
    έπαιξα ΠΡΟΠΟ και στον πρώτο αγώνα έβαλα Χ
  3. (για ρούχα) φορώ, ντύνω ή ντύνομαι
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: βγάζω
  4. (σε περιφράσεις) εκτελώ την ενέργεια ή προκαλώ το αποτέλεσμα που υποδηλώνει η επόμενη λέξη (συνήθως ουσιαστικό)
    βάζω φωτιά/πυρκαγιά/μπουρλότο
    βάζω βαθμό: αξιολογώ και βαθμολογώ
    βάζω τρικλοποδιά
    βάζω γκολ: πετυχαίνω, σημειώνω γκολ
    βάζω σημάδι: σημαδεύω
    βάζω στο σημάδι: κάνω κάποιον στόχο μιας επίθεσης
    βάζω τέλος: σταματώ, τερματίζω κάτι
    βάζω μπρος / μπροστά: εκκινώ κάτι, ένα μηχάνημα ή μια προσπάθεια, εργασία, επιχείρηση
  5. (στην παθητική φωνή, μόνο στους συνοπτικούς χρόνους) έχω βάλει κάτι στο μυαλό μου και προσπαθώ να το πετύχω
    δεν ξέρω τι σου έχω κάνει και βάλθηκες να με καταστρέψεις (...και προσπαθείς τόσο πολύ να με καταστρέψεις)

Εκφράσεις[]

  • βάζω κάποιον στο μάτι: παρακολουθώ τις ενέργειες κάποιου που μου έδωσε αφορμή να τον αντιπαθήσω / καταφέρομαι,με οποιαδήποτε αφορμή, εναντίον κάποιου
  • βάζω κιλά: γίνομαι πιο βαρύς, παίρνω κιλά, χοντραίνω
  • βάζω πλώρη για κάπου: ξεκινώ ένα ταξίδι
  • και βάλε: και κάτι, και λίγο επιπλέον
    ήταν τριάντα κιλά και βάλε
  • τα βάζω με κάποιον: ξεκινώ μια διαμάχη

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Plume ombre.png Κλίση[]

32πχ Μεταφράσεις[]