βάρδια

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική βάρδια βάρδιες
γενική βάρδιας
αιτιατική βάρδια βάρδιες
κλητική βάρδια βάρδιες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

βάρδια < από το βενετικό vardia < αρχαία γερμανικά warda (φρουρά)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

βάρδια θηλυκό

  1. εργασία που γίνεται με εναλλαγή προσωπικού σε τακτά χρονικά διαστήματα (κυρίως εργοστάσια, νοσοκομεία, ναυτικό, στρατό, κ.α.)
    έχω βάρδια σήμερα
    τελειώνει η βάρδια μου
    • η κάθε ομάδα που εναλλάσσεται και αποτελεί το ανθρώπινο δυναμικό της εργασίας
    δουλεύουν σε βάρδιες
  2. το πρόσωπο (ή πρόσωπα) που ασχολούνται με τη φύλαξη χώρων, ο φύλακας, ο φρουρός

32πχ Μεταφράσεις[]