βάρδια
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
| Πτώση | Ενικός | Πληθυντικός |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βάρδια | βάρδιες |
| Γενική | βάρδιας |
|
| Αιτιατική | βάρδια | βάρδιες |
| Κλητική | βάρδια | βάρδιες |
Ετυμολογία
- από το βενετικό vardia < αρχαία γερμανικά warda (φρουρά)
Ουσιαστικό
βάρδια θηλυκό
- εργασία που γίνεται με εναλλαγή προσωπικού σε τακτά χρονικά διαστήματα (κυρίως εργοστάσια, νοσοκομεία, ναυτικό, στρατό, κ.α.)
- έχω βάρδια σήμερα
- το χρονικό διάστημα της εργασίας αυτής
- τελειώνει η βάρδια μου
- η κάθε ομάδα που εναλλάσσεται και αποτελεί το ανθρώπινο δυναμικό της εργασίας
- δουλεύουν σε βάρδιες
- το πρόσωπο (ή πρόσωπα) που ασχολούνται με τη φύλαξη χώρων, ο φύλακας, ο φρουρός