βάρος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική βάρος βάρη
γενική βάρους βαρών
αιτιατική βάρος βάρη
κλητική βάρος βάρη

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

βάρος < → Η ετυμολογία λείπει.

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ˈva.ɾɔs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

βάρος ουδέτερο

  1. (φυσική): το φυσικό μέγεθος που μετριέται με τη ζυγαριά και εξαρτάται από τη μάζα ενός σώματος και την επιτάχυνση της βαρύτητας (g)
    ένα σώμα έχει άλλο βάρος στη Γη και άλλο στη Σελήνη
    • το σωματικό βάρος ως δείκτης του πόσο αδύνατος ή παχύς είναι κάποιος
      πρέπει να κάνω δίαιτα και να χάσω βάρος
  2. (νομικός όρος): υποχρέωση που βαρύνει κάτι, π.χ. ακίνητο, φόρο, κληροδότημα, πλοίο, κ.λπ., ένεκα χρεών, υποθήκης, δουλείας κ.λπ.
  3. ένα βαρύ αντικείμενο
  4. κάτι που το αντιμετωπίζω ως δυσκολία, ως επίπονο έργο που με κάνει να δυσανασχετώ
    δε μου είναι καθόλου βάρος να σου κάνω την εξυπηρέτηση αυτή
    δε θέλουμε να σας γίνουμε βάρος
  5. σωματική ή ψυχική ενόχληση
    νιώθω ένα βάρος στο στομάχι
    έχω ένα βάρος στην ψυχή μου, αλλά, άμα σου τα πω, θα ξαλαφρώσω
  6. η σημασία που δίνεται σε κάτι, η βαρύτητα
    έχει μεγάλο βάρος η γνώμη του

32πχ Μεταφράσεις[]