βάρος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | βάρος | βάρη |
| γενική | βάρους | βαρών |
| αιτιατική | βάρος | βάρη |
| κλητική | βάρος | βάρη |
[
]
Ετυμολογία
- βάρος < → Η ετυμολογία λείπει.
[
]
Προφορά
[
]
Ουσιαστικό
βάρος ουδέτερο
- το φυσικό μέγεθος που μετριέται με τη ζυγαριά και εξαρτάται από τη μάζα ενός σώματος και την επιτάχυνση της βαρύτητας (g)
- ένα σώμα έχει άλλο βάρος στη Γη και άλλο στη Σελήνη
- ένα βαρύ αντικείμενο
- κάτι που το αντιμετωπίζω ως δυσκολία, ως επίπονο έργο που με κάνει να δυσανασχετώ
- δε μου είναι καθόλου βάρος να σου κάνω την εξυπηρέτηση αυτή
- δε θέλουμε να σας γίνουμε βάρος
- σωματική ή ψυχική ενόχληση
- νιώθω ένα βάρος στο στομάχι
- έχω ένα βάρος στην ψυχή μου, αλλά, άμα σου τα πω, θα ξαλαφρώσω
- η σημασία που δίνεται σε κάτι, η βαρύτητα
- έχει μεγάλο βάρος η γνώμη του