βάτος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : βατός

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική βάτος βάτοι
γενική βάτου βάτων
αιτιατική βάτο βάτους
κλητική βάτε βάτοι
συνήθως στον πληθυντικό χρησιμοποιείται
ο πληθυντικός του ταυτόσημου ουδέτερου: βάτο
Βάτος του είδους Rubus crataegifolius

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

βάτος < αρχαία ελληνική η βάτος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ˈva.tɔs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

βάτος αρσενικό ή θηλυκό, β' πληθ. βάτα ουδέτερο

  • (βοτανική) θάμνος του γένους Rubus, συνήθως αγκαθωτός, με οδοντωτά φύλλα και μικρά άνθη· μερικά είδη παράγουν εδώδιμους καρπούς, όπως η βατομουριά και η σμεουριά
  • γενικός όρος που περιλαμβάνει πολλούς αγκαθωτούς θάμνους ή μικρά δέντρα

Εκφράσεις[]

  • η φλεγομένη βάτος: κατά τη Βίβλο, θάμνος που ο Μωυσής είδε να φλέγεται χωρίς να καίγεται (Έξοδος, κεφάλαιο 3)

Nuvola apps kalzium.png Ταυτόσημο[]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]

32πχ Μεταφράσεις[]