βάφω
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- βάφω < μεσαιωνική ελληνική βάφω < αρχαία ελληνική βάπτω
Ρήμα [
]
βάφω
- καλύπτω μια επιφάνεια (π.χ. τοίχο) με χρώμα
Εκφράσεις [
]
- την έβαψα: βρίσκομαι σε πολύ άσχημη θέση (συνήθως εξαιτίας κάποιου λάθους μου), περιμένω άσχημες εξελίξεις