βέβαιος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | ||
|---|---|---|---|
| ονομαστική | βέβαιος | βέβαιη | βέβαιο |
| γενική | βέβαιου | βέβαιης | βέβαιου |
| αιτιατική | βέβαιο | βέβαιη | βέβαιο |
| κλητική | βέβαιε | βέβαιη | βέβαιο |
| πτώση | πληθυντικός | ||
| ονομαστική | βέβαιοι | βέβαιες | βέβαια |
| γενική | βέβαιων | βέβαιων | βέβαιων |
| αιτιατική | βέβαιους | βέβαιες | βέβαια |
| κλητική | βέβαιοι | βέβαιες | βέβαια |
[
]
Ετυμολογία
- βέβαιος < αρχαία ελληνική βέβαιος < βαίνω
[
]
Προφορά
[
]
Επίθετο
βέβαιος,η,ο (θηλ. και βεβαία), συγκριτικός βεβαιότερος, υπερθετικός βεβαιότατος
- (για άτομο) που δεν έχει αμφιβολίες για ένα θέμα, που δεν αμφισβητεί τις πληροφορίες ή την άποψή του
- Είσαι βέβαιος ότι δεν έπρεπε να στρίψουμε στο προηγούμενο στενό;
- (για πληροφορία) που δεν αμφισβητείται, για το οποίο δεν υπάρχουν αμφιβολίες
- ένα είναι βέβαιο: δεν θα ξανακάτσω σπίτι κι απόψε, βαρέθηκα το διάβασμα
[
]
Συνώνυμα
[
]
Αντώνυμα
[
]
- βεβαιότητα
- βέβαια και βεβαίως
- βεβαιώ και βεβαιώνω
- βεβαίωση
- βεβαιωτικός