βέργα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική βέργα βέργες
γενική βέργας βεργών
αιτιατική βέργα βέργες
κλητική βέργα βέργες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

βέργα < μεσαιωνική ελληνική βέργα < λατινική virga

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

βέργα θηλυκό

  1. κομμένο λεπτό κλαδί χωρίς φύλλα
    πάρε μια βέργα λυγαριά μια ρίζα δεντρολίβανο ("Σε πότισα ροδόσταμο", τραγούδι του Μ. Θεοδωράκη σε στίχους Ν. Γκάτσου)
    • ένα τέτοιο κλαδί βεργιδαρσίας ως όργανο σωματικής τιμωρίας
      Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: βίτσα
  2. σχετικά μακρύ και μικρής διατομής κομμάτι ξύλου, μετάλλου ή άλλου υλικού

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]