βέτο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

βέτο < λατινική veto (αντιτίθεμαι), από την αρχαία ρωμαϊκή πολιτική διοίκηση

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

βέτο ουδέτερο

  • η αρνητική παρέμβαση για να σταματήσει μια διαδικασία, η άρνησή της, εφ όσον μία χώρα ή ένας φορέας ή ένα άτομο έχει το δικαίωμα (ή το κύρος) από το νόμο (ή από θέση ισχύος). Το βέτο παρεμβάλλεται μόνο αρνητικά και συνήθως ασκείται εναντίον του δικαιώματος ενός άλλου
η Χ χώρα, επειδή είχε δικαίωμα βέτο, το άσκησε και πάγωσε την εισδοχή της Ψ χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση
η Χ χώρα δεν μπορούσε να ασκήσει νόμιμα βέτο, αλλά απείλησε να αποχωρήσει από την Ευρωπαϊκή Ένωση σε περίπτωση εισδοχής της Ψ, οπότε πέτυχε να παγώσει τη διαδικασία ένταξης
λυπάμαι Γιώργο που δεν σε καλέσαμε, αλλά έβαλε βέτο ο Κώστας και το πάρτι γινόταν σπίτι του

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[]

32πχ Μεταφράσεις[]