βήχας
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- βήχας < αρχαία ελληνική βήξ, βηχός < από το αρχαίο ρήμα βήσσω και βήττω. Αλλη ετυμυμολογία θεωρεί, αντίστροφα, ότι το ρήμα βήττω είναι παράγωγο του ουσιαστικού βήξ
[
]
Προφορά
[
]
Ουσιαστικό
βήχας αρσενικό μόνο στον ενικό
- απότομη και σπασμωδική εκπνοή αέρα από τους πνεύμονες που συνοδεύεται από τραχύ ήχο
- (συνεκδοχικά) ο ήχος που παράγεται με την παραπάνω εκπνοή
- (συνεκδοχικά) η αμηχανία
- τον έπιασε βήχας γιατί δεν ήξερε τι να πει
[
] Εκφράσεις
- κόβω το βήχα κάποιου : τερματίζω τις απαιτήσεις κάποιου // επαναφέρω κάποιον στην τάξη
- τού έκοψε το βήχα γιατί είχε πάρει πολύ θάρρος
- (ιατρική) παραγωγικός βήχας = αποχρεμπτικός βήχας : εκείνος κατά τον οποίο παράγονται αποχρέμψεις ή φλέγματα (ο κάπως μαλακός βήχας), σε αντιδιαστολή προς τον ξερόβηχα
[
]
- βήγμα (αρχαία ελληνική το φλέγμα)
- βήξιμο
- βήχω