βήχας

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

βήχας < αρχαία ελληνική βήξ, βηχός < από το αρχαίο ρήμα βήσσω και βήττω. Αλλη ετυμυμολογία θεωρεί, αντίστροφα, ότι το ρήμα βήττω είναι παράγωγο του ουσιαστικού βήξ

[] Nuvola apps edu languages.png Προφορά

ΔΦΑ : /ˈvi.xas/

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

βήχας αρσενικό μόνο στον ενικό

  1. απότομη και σπασμωδική εκπνοή αέρα από τους πνεύμονες που συνοδεύεται από τραχύ ήχο
  2. (συνεκδοχικά) ο ήχος που παράγεται με την παραπάνω εκπνοή
  3. (συνεκδοχικά) η αμηχανία
    τον έπιασε βήχας γιατί δεν ήξερε τι να πει

[] Εκφράσεις

  • κόβω το βήχα κάποιου : τερματίζω τις απαιτήσεις κάποιου // επαναφέρω κάποιον στην τάξη
    τού έκοψε το βήχα γιατί είχε πάρει πολύ θάρρος
  • (ιατρική) παραγωγικός βήχας = αποχρεμπτικός βήχας : εκείνος κατά τον οποίο παράγονται αποχρέμψεις ή φλέγματα (ο κάπως μαλακός βήχας), σε αντιδιαστολή προς τον ξερόβηχα

[] Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις

[] Nuvola apps noatun.png Σύνθετα

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες