βαθμίδα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική βαθμίδα βαθμίδες
γενική βαθμίδας βαθμίδων
αιτιατική βαθμίδα βαθμίδες
κλητική βαθμίδα βαθμίδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

βαθμίδα < αρχαία ελληνική βαθμίς

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

βαθμίδα θηλυκό

  1. σκαλοπάτι, αναβαθμός
  2. βαθμός κατάταξης, σε μια ιεραρχημένη κλίμακα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]


32πχ Μεταφράσεις[]