βαλές

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική βαλές βαλέδες
γενική βαλέ βαλέδων
αιτιατική βαλέ βαλέδες
κλητική βαλέ βαλέδες

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

βαλές < γαλλική valet

[] Nuvola apps edu languages.png Προφορά

ΔΦΑ : /va.ˈlɛs/

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

βαλές αρσενικό

  1. υπηρέτης
  2. το τραπουλόχαρτο, φάντης
  3. άνθρωπος με δουλική ψυχοσύνθεση
    έγινε βαλές για να πετύχει την προαγωγή του

[] Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα

  1. υπηρέτης, ακόλουθος, δούλος, διάκονος, αυλόδουλος, θαλαμηπόλος
  2. φάντης, φάντες
  3. λακές

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη