βαλές
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | βαλές | βαλέδες |
| γενική | βαλέ | βαλέδων |
| αιτιατική | βαλέ | βαλέδες |
| κλητική | βαλέ | βαλέδες |
[
]
Ετυμολογία
- βαλές < γαλλική valet
[
]
Προφορά
[
]
Ουσιαστικό
βαλές αρσενικό
- υπηρέτης
- το τραπουλόχαρτο, φάντης
- άνθρωπος με δουλική ψυχοσύνθεση
- έγινε βαλές για να πετύχει την προαγωγή του