βαλλίστρα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | βαλλίστρα | βαλλίστρες |
| γενική | βαλλίστρας | βαλλιστρών |
| αιτιατική | βαλλίστρα | βαλλίστρες |
| κλητική | βαλλίστρα | βαλλίστρες |
[
]
Ετυμολογία
- βαλλίστρα < (αντιδάνειο) μεσαιωνική ελληνική βαλλίστρα < λατινικό ballista < βάλλω
[
]
Προφορά
- ΔΦΑ : /va.ˈlis.tɾa/
[
]
Ουσιαστικό
βαλλίστρα θηλυκό
- πολεμικό όπλο της αρχαιότητας και του Μεσαίωνα που χρησιμοποιούσε μηχανισμό παρόμοιο με του τόξου για να εκτοξεύει βλήματα διαφόρων ειδών, πέτρες ή βέλη
- φορητό όπλο, είδος τόξου με στέλεχος για στήριξη και σκόπευση και μηχανισμό σκανδάλης