βανδαλισμός
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | βανδαλισμός | βανδαλισμοί |
| γενική | βανδαλισμού | βανδαλισμών |
| αιτιατική | βανδαλισμό | βανδαλισμούς |
| κλητική | βανδαλισμέ | βανδαλισμοί |
Ετυμολογία [
]
- βανδαλισμός < γαλλική vandalisme, < Βανδάλους (βάρβαρo), λαός γερμανικής καταγωγής
Ουσιαστικό [
]
βανδαλισμός αρσενικό
- άσκοπη καταστροφή αγαθών