βαρόνος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική βαρόνος βαρόνοι
γενική βαρόνου βαρόνων
αιτιατική βαρόνο βαρόνους
κλητική βαρόνε βαρόνοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

βαρόνος < αγγλική ή γαλλική baron

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

βαρόνος αρσενικό

  1. κατώτερος τίτλος ευγενείας
  2. κάποιος με μεγάλη δύναμηη που ελέγχει έναν τομέα, πχ του υποκόσμου
    οι βαρόνοι της κοκαΐνης

32πχ Μεταφράσεις[]