βαρόνος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | βαρόνος | βαρόνοι |
| γενική | βαρόνου | βαρόνων |
| αιτιατική | βαρόνο | βαρόνους |
| κλητική | βαρόνε | βαρόνοι |
Ετυμολογία [
]
- βαρόνος < αγγλική ή γαλλική baron
Ουσιαστικό [
]
βαρόνος αρσενικό
- κατώτερος τίτλος ευγενείας
- κάποιος με μεγάλη δύναμηη που ελέγχει έναν τομέα, πχ του υποκόσμου
- οι βαρόνοι της κοκαΐνης