βασανίζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

βασανίζω < αρχαία ελληνική βασανίζω

[] Nuvola apps edu languages.png Προφορά

ΔΦΑ : /va.sa.ˈni.zɔ/

[] Open book 01.svg Ρήμα

βασανίζω, παρατ.: βασάνιζα, στιγμ. μέλλ.: θα βασανίσω, αόρ.: βασάνισα , παθ.φωνή: βασανίζομαι , μτχ.π.π.: βασανισμένος

  1. ταλαιπωρώ κάποιον, τον παιδεύω
  2. υποβάλλω κάποιον σε σωματικά ή ψυχικά βασανιστήρια με σκοπό να του προκαλέσω πόνο
  3. υποβάλλω ένα πνευματικό δημιούργημα σε εξαντλητικό έλεγχο (σε διανοητική βάσανο) πριν το θεωρήσω ολοκληρωμένο

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες