βασανίζω
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- βασανίζω < αρχαία ελληνική βασανίζω
[
]
Προφορά
- ΔΦΑ : /va.sa.ˈni.zɔ/
[
]
Ρήμα
βασανίζω, παρατ.: βασάνιζα, στιγμ. μέλλ.: θα βασανίσω, αόρ.: βασάνισα , παθ.φωνή: βασανίζομαι , μτχ.π.π.: βασανισμένος
- ταλαιπωρώ κάποιον, τον παιδεύω
- υποβάλλω κάποιον σε σωματικά ή ψυχικά βασανιστήρια με σκοπό να του προκαλέσω πόνο
- υποβάλλω ένα πνευματικό δημιούργημα σε εξαντλητικό έλεγχο (σε διανοητική βάσανο) πριν το θεωρήσω ολοκληρωμένο