βασιλικός
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
| Πτώση | Ενικός | ||
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | βασιλικός | βασιλική | βασιλικό |
| Γενική | βασιλικού | βασιλικής | βασιλικού |
| Αιτιατική | βασιλικό | βασιλική | βασιλικό |
| Κλητική | βασιλικέ | βασιλική | βασιλικό |
| Πτώση | Πληθυντικός | ||
| Ονομαστική | βασιλικοί | βασιλικές | βασιλικά |
| Γενική | βασιλικών | βασιλικών | βασιλικών |
| Αιτιατική | βασιλικούς | βασιλικές | βασιλικά |
| Κλητική | βασιλικοί | βασιλικές | βασιλικά |
Ετυμολογία
- βασιλικός < αρχαία ελληνική βασιλικός
Επίθετο
βασιλικός -ή -ό
- που αναφέρεται ή ανήκει στον βασιλιά
- λαμπρός, μεγαλοπρεπής ή πολυτελής, τόσο που θα ταίριαζε και σε βασιλιά
Συγγενικές λέξεις
Πολυλεκτικοί Όροι
Μεταφράσεις
Ουσιαστικό
| Πτώση | Ενικός | Πληθυντικός |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βασιλικός | βασιλικοί |
| Γενική | βασιλικού | βασιλικών |
| Αιτιατική | βασιλικό | βασιλικούς |
| Κλητική | βασιλικέ | βασιλικοί |
βασιλικός
- αρωματικό φυτό (Ocimum basilicum) που χρησιμοποιείται στη μαγειρική
- ο υποστηρικτής της μοναρχίας, ο βασιλόφρων