βαφή

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική βαφή βαφές
γενική βαφής βαφών
αιτιατική βαφή βαφές
κλητική βαφή βαφές

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

βαφή < αρχαία ελληνική

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

βαφή θηλυκό

  1. η ενέργεια του βάφω, το βάψιμο
  2. χρώμα που χρησμιποιείται για να βάψουμε κάτι


[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες