βδέλλα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική βδέλλα βδέλλες
γενική βδέλλας βδελλών
αιτιατική βδέλλα βδέλλες
κλητική βδέλλα βδέλλες

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

βδέλλα < αρχαία ελληνική βδέλλα, ομόρριζο με το ρήμα βδάλλω (απομυζώ, βυζαίνω)

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

βδέλλα θηλυκό

  1. (ιχθυολογία) μικρό σκουληκάκι που ζει προσκολλημένο σε άλλα ζώα (συνήθως θηλαστικά) και τρέφεται πίνοντας αίμα. Ανάλογα με τη ράτσα, ζει σε γλυκό η αλμυρό νερό.
  2. (μεταφορικά) κάποιος που επιβάλλει αδιάκριτα την παρουσία του ή που ζει εις βάρος κάποιου άλλου

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις



[] Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc)

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

βδέλλα θηλυκό

  1. η βδέλλα
  2. παρασιτικό ψάρι (οικογένεια Petromyzontidae) με στόμα που προσκολλάται στο θύμα του σαν βεντούζα και το απομυζά (→ δείτε τη λέξη: Lamprey στην αγγλόφωνη Βικιπαίδεια)

[] Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες