βεβηλώνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

βεβηλώνω < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ρήμα[]

βεβηλώνω

  1. παραβιάζω έναν ιερό χώρο με ασεβείς πράξεις ή/και καταστροφές μέσα σ' αυτόν

Plume ombre.png Κλίση[]


32πχ Μεταφράσεις[]