βελούδο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική βελούδο βελούδα
γενική βελούδου βελούδων
αιτιατική βελούδο βελούδα
κλητική βελούδο βελούδα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

βελούδο < ιτ. velluto

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

βελούδο ουδέτερο

Απαλό ύφασμα, θεωρούμενο καλής ποιοτητας.

Ανακαλύφθηκε πιθανότατα στο Κασμιρ τον 14ο αιώνα.


32πχ Μεταφράσεις[]