βενζίνη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική βενζίνη βενζίνες
γενική βενζίνης βενζινών
αιτιατική βενζίνη βενζίνες
κλητική βενζίνη βενζίνες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

βενζίνη < γερμανική Benzin
Η λέξη μαρτυρείται από το 1833

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /vɛn.ˈzi.ni/
πρατήριο βενζίνης

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

βενζίνη θηλυκό

αμόλυβδη βενζίνη
βάζω βενζίνη στο αυτοκίνητο

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]

32πχ Μεταφράσεις[]