βιασμός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική βιασμός βιασμοί
γενική βιασμού βιασμών
αιτιατική βιασμό βιασμούς
κλητική βιασμέ βιασμοί

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

βιασμός < → Η ετυμολογία λείπει.

[] Nuvola apps edu languages.png Προφορά

ΔΦΑ : /vi.a.ˈzmɔs/

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

βιασμός αρσενικό

  1. ο εξαναγκασμός ενός ατόμου σε σεξουαλική συνεύρεση ενάντια στη θέλησή του

[] Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες