βιασμός
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | βιασμός | βιασμοί |
| γενική | βιασμού | βιασμών |
| αιτιατική | βιασμό | βιασμούς |
| κλητική | βιασμέ | βιασμοί |
[
]
Ετυμολογία
- βιασμός < → Η ετυμολογία λείπει.
[
]
Προφορά
- ΔΦΑ : /vi.a.ˈzmɔs/
[
]
Ουσιαστικό
βιασμός αρσενικό
- ο εξαναγκασμός ενός ατόμου σε σεξουαλική συνεύρεση ενάντια στη θέλησή του