βιβρώσκω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

βιβρώσκω < ενεστωτικός αναδιπλασιασμός του θέματος -βρο- < κατά μετάθεση της ρίζας -βορ (όπως και βορά, βρῶσις) σαν το λατινικό voro και vorare (καταβροχθίζω) πιθανόν από κοινή πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *gʷer-

Open book 01.svg Ρήμα[]

βιβρώσκω

  • τρώγω, καταβροχθίζω, αναλίσκω, ροκανίζω. Ελλειπτικό ρήμα που αναπληρώνεται σε διάφορους τύπους από το ρήμα ἐσθίω.

Open book 01.svg Ρήμα[]

Αρχικοί Χρόνοι
Ενεστώτας βιβρώσκω
Παρατατικός -
Μέλλοντας βρώσομαι
Αόριστος α΄και β' ἔβρωσα και ἔβρων
Παρακείμενος βέβρωκα
Υπερσυντέλικος -

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]