βιομηχανία
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | βιομηχανία | βιομηχανίες |
| γενική | βιομηχανίας | βιομηχανιών |
| αιτιατική | βιομηχανία | βιομηχανίες |
| κλητική | βιομηχανία | βιομηχανίες |
[
]
Ετυμολογία
[
]
Προφορά
- ΔΦΑ : /vi.ɔ.mi.xa.ˈni.a/
[
]
Ουσιαστικό
βιομηχανία θηλυκό
- Τομέας παραγωγής που με την συνδυασμένη χρήση εργατικής δύναμης και μηχανών κατεργάζεται ή μεταποιεί πρώτες ύλες ή βασικά προϊόντα με στόχο την παραγωγή αγαθών.