βιομηχανία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική βιομηχανία βιομηχανίες
γενική βιομηχανίας βιομηχανιών
αιτιατική βιομηχανία βιομηχανίες
κλητική βιομηχανία βιομηχανίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

βιομηχανία < βίος + μηχανή

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /vi.ɔ.mi.xa.ˈni.a/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

βιομηχανία θηλυκό

  1. τομέας παραγωγής που με την συνδυασμένη χρήση εργατικής δύναμης και μηχανών κατεργάζεται ή μεταποιεί πρώτες ύλες ή βασικά προϊόντα με στόχο την παραγωγή αγαθών

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]