βιωτικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : βιοτικός

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική βιωτικός βιωτική βιωτικόν βιωτικοί βιωτικαί βιωτικά
Γενική βιωτικοῦ βιωτικῆς βιωτικοῦ βιωτικῶν βιωτικῶν βιωτικῶν
Δοτική βιωτικῷ βιωτικῇ βιωτικῷ βιωτικοῖς βιωτικαῖς βιωτικοῖς
Αιτιατική βιωτικόν βιωτικήν βιωτικόν βιωτικούς βιωτικάς βιωτικά
Κλητική βιωτικέ βιωτική βιωτικόν βιωτικοί βιωτικαί βιωτικά
Δυικός Αρσενικό-Ουδέτερο Θηλυκό
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική βιωτικώ βιωτικά
Γενική-Δοτική βιωτικοῖν βιωτικαῖν

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

βιωτικός < βιωτός + -ικός < βιόω < βίος

Open book 01.svg Επίθετο[]

βιωτικός, -ή, -όν

  1. κατάλληλος για ζωή
  2. άξιος για ζωή
  3. χρήσιμος στη ζωή
  4. που ανήκει ή που αποβλέπει στη ζωή ή που έχει σχέση με τη ζωή
  5. ζωηρός

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]