βλάμης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική βλάμης βλάμηδες
γενική βλάμη βλάμηδων
αιτιατική βλάμη βλάμηδες
κλητική βλάμη βλάμηδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

βλάμης < αλβανική vëllam

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ˈvla.mis/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

βλάμης αρσενικό (θηλυκό: βλάμισσα)

  1. σύντροφος, φίλος, αδελφοποιτός
  2. εραστής, αγαπητικός
  3. κουτσαβάκης, ψευτοπαλικαράς
  4. κουμπάρος
  5. προσωνυμία που δινόταν στα μέλη κατώτερου βαθμού της Φιλικής Εταιρείας

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]