βλαμμένος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- βλαμμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος βλάπτω
[
]
Μετοχή
βλαμμένος -η -ο
- που δεν δουλεύει καλά το μυαλό του
[
]
Συνώνυμα
[
]
Μεταφράσεις
βλαμμένος