βοηθός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική βοηθός βοηθοί
γενική βοηθού βοηθών
αιτιατική βοηθό βοηθούς
κλητική βοηθέ βοηθοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βοηθός < αρχαία ελληνική βοηθός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βοηθός αρσενικό ή θηλυκό

  1. → Λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί) αυτής της λέξης.

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]


Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική βοηθός βοηθός βοηθόν βοηθοί βοηθοί βοηθά
Γενική βοηθοῦ βοηθοῦ βοηθοῦ βοηθῶν βοηθῶν βοηθῶν
Δοτική βοηθῷ βοηθῷ βοηθῷ βοηθοῖς βοηθοῖς βοηθοῖς
Αιτιατική βοηθόν βοηθόν βοηθόν βοηθούς βοηθούς βοηθά
Κλητική βοηθέ βοηθέ βοηθόν βοηθοί βοηθοί βοηθά
Δυικός Αρσενικό-Ουδέτερο Θηλυκό
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική βοηθώ βοηθώ
Γενική-Δοτική βοηθοῖν βοηθοῖν

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βοηθός < βοηθόος < βοή (=φωνή) + θέω (=τρέχω)

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

βοηθός, -ός, -όν

  1. που βοηθάει, που παρέχει βοήθεια
  2. βοηθητικός
  3. συμμαχικός
  4. (ουσιαστικοποιημένο)