βολή

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

βολή < βάλλω

Open book 01.svg Ουσιαστικό 1[]

βολή θηλυκό

  1. η πραγματική ή εικονική ρίψη ή εκσφενδόνιση βλήματος στον πόλεμο, στο κυνήγι ή στην εξάσκηση σκοποβολής καθώς και κατά την δοκιμαστική χρήση βλητικών μηχανών ή και σε παιχνίδια (π.χ. στον υπολογιστή ή άλλες πλατφόρμες)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Books-aj.svg aj ashton 01f.svg Πολυλεκτικοί όροι[]

32πχ Μεταφράσεις[]

Open book 01.svg Ουσιαστικό 2[]

βολή θηλυκό (από την έννοια της τυχερής ζαριάς, της τυχερής βολής των ζαριών)

  1. η άνεση, η βόλεψη
  2. οι συνθήκες που επικρατούν και κάνουν εύκολη τη ζωή σε ένα μέρος

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]