βολεύω
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- βολεύω < *ευβολεύω < ελληνιστική κοινή εὔβολος < βολή
Προφορά [
]
Ρήμα [
]
βολεύω (μεσοπαθητικό βολεύομαι, τριτοπρόσωπο βολεύει και βολεύουν)
- τακτοποιώ πράγματα, ώστε να χωρέσουν κάπου
- πρέπει να βολέψω όλα αυτά τα ντοσιέ στο γραφείο μου
- κάνω κάποιον να νιώσει άνετα, παρέχοντάς του χώρο
- περίμενε λίγο, μέχρι να σε βολέψω
- (μεταφορικά) εξασφαλίζω σε κάποιον εργασία
- μια χαρά τον βόλεψαν στο υπουργείο
- (μεταφορικά) βάζω κάποιον στη θέση του, του φέρομαι όπως του αξίζει
- θα σου τον βολέψω εγώ!
- στο τρίτο πρόσωπο
- "αυτά τα παπούτσια δεν με βολεύουν"
- "δεν βολεύει αυτή η λύση βρε Κώστα, σκέψου κάτι άλλο" (δεν εξυπηρετεί την κατάσταση)