βολιδοσκοπώ
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
[
]
Ρήμα
βολιδοσκοπώ
- εξετάζω, διερευνώ σε βάθος, για να σχηματίσω μια όσο το δυνατό πιο πλήρη εικόνα, πριν προχωρήσω σε αποφάσεις ή ενέργειες
- για πολύ καιρό βολιδοσκοπούσα την περίπτωση, μέχρι που πήρα την απόφαση να προχωρήσω
- προσπαθώ να αντιληφθώ και να ανιχνεύσω τις σκέψεις, τις επιθυμίες, τις προθέσεις κάποιου άλλου, χωρίς να αποκαλύπτω τις δικές μου
- με βολιδοσκοπούν, για τη θέση του προϊσταμένου
- μετρώ το βυθό της θάλασσας με βολίδα