βολιδοσκοπώ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βολιδοσκοπώ < βολιδο- (< βολίδα) + -σκοπώ (< (αρχαία) σκοπῶ)

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

βολιδοσκοπώ

  1. εξετάζω, διερευνώ σε βάθος, για να σχηματίσω μια όσο το δυνατό πιο πλήρη εικόνα, πριν προχωρήσω σε αποφάσεις ή ενέργειες
    για πολύ καιρό βολιδοσκοπούσα την περίπτωση, μέχρι που πήρα την απόφαση να προχωρήσω
  2. προσπαθώ να αντιληφθώ και να ανιχνεύσω τις σκέψεις, τις επιθυμίες, τις προθέσεις κάποιου άλλου, χωρίς να αποκαλύπτω τις δικές μου
    με βολιδοσκοπούν, για τη θέση του προϊσταμένου
  3. μετρώ το βυθό της θάλασσας με βολίδα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]