βορά
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | βορά | βορές |
| γενική | βοράς | βορών |
| αιτιατική | βορά | βορές |
| κλητική | βορά | βορές |
[
]
Ετυμολογία
- βορά < → Η ετυμολογία λείπει.
[
]
Ουσιαστικό
βορά θηλυκό
[
]
Μεταφράσεις
βορά