βουκολικός
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- βουκολικός < από το βουκόλος
[
]
Επίθετο
βουκολικός -ή, -ό
- ο ποιμενικός, αυτός που έχει σχέση ή αναφέρεται στον βοσκό, ή στη ποιμενική ζωή
- βουκολική ποίηση