βουλή
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- βουλή < αρχαία ελληνική βουλή
Ουσιαστικό [
]
βουλή θηλυκό
- θεσμός της αρχαίας πόλης-κράτους· στην αθηναϊκή δημοκρατία αποτελούνταν από 500 αντιπροσώπους, 50 από κάθε φυλή, οι οποίοι εκλέγονταν νε κλήρωση· συζητούσε προκαταρκτικά τις υποθέσεις της πόλης και εξέδιδε προβούλευμα
- νομοθετικό σώμα στα σύγχρονα πολιτεύματα· είναι δυνατόν να διακρίνεται σε Άνω Βουλή (Γερουσία, Βουλή των Λόρδων στο Ηνωμένο Βασίλειο κλπ) και Κάτω Βουλή (Βουλή των Αντιπροσώπων στις ΗΠΑ, Βουλή των Κοινοτήτων στο Ηνωμένο Βασίλειο κ.λπ.)
- θέληση, απόφαση, γνώμη
Μεταφράσεις [
]
νομοθετικό σώμα
Κάτω Βουλή