βούλα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | βούλα | βούλες |
| γενική | βούλας | βουλών |
| αιτιατική | βούλα | βούλες |
| κλητική | βούλα | βούλες |
[
]
Ετυμολογία
- βούλα < → Η ετυμολογία λείπει.
[
]
Ουσιαστικό
βούλα θηλυκό
[
]
Μεταφράσεις
βούλα