βούλα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : Βούλα

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική βούλα βούλες
γενική βούλας βουλών
αιτιατική βούλα βούλες
κλητική βούλα βούλες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

βούλα (ορθογραφική απλοποίηση) < μεσαιωνική ελληνική βούλλα < υστερολατινική bulla < γαλατικά < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *beu- (εξόγκωμα, οίδημα)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ˈvu.la/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

βούλα θηλυκό

  1. η σφραγίδα καθώς και (συνεκδοχικά) το έγγραφο στο οποίο αυτή υπάρχει
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα: στάμπα, σφράγισμα
  2. σημάδι σε σχήμα κύκλου διαφορετικού χρώματος
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα: στίγμα, κηλίδα, πουά, πουάν, κουκκίδα,
  3. λακκάκι στο μάγουλο, στο σαγόνι ή το λαιμό
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα: γελασίνοι (λακκάκι που προκύπτει από το γέλιο), χαράκωμα
  4. (αθλητισμός) ειδικό σημείο με μια λευκή βούλα, στην οποία τοποθετείται η μπάλα πριν χτυπηθεί ένα πέναλτι κατά τη διάρκεια ενός ποδοσφαιρικού αγώνα
    Για την εκτέλεση του πέναλτι η μπάλα τοποθετείται 11 μέτρα από την γραμμή τέρματος σε ειδική λευκή βούλα που υπάρχει στη μεγάλη περιοχή. (*)

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές []

Εκφράσεις[]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης []

32πχ Μεταφράσεις[]