βούρλο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

Juncus inflexus01.jpg


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική βούρλο βούρλα
γενική βούρλου βούρλων
αιτιατική βούρλο βούρλα
κλητική βούρλο βούρλα

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

βούρλο < → Η ετυμολογία λείπει.

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

βούρλο ουδέτερο

  1. (βοτανική) ποώδες αειθαλές υδρόφιλο φυτό του γένους Juncus, με κυλινδρικό βλαστό και φύλλα μακρόστενα και συνήθως κυλινδρικά επίσης· τα άνθη του είναι μικρά, και από τα φύλλα του φτιάχνονται καλάθια
  2. (μεταφορικά) ηλίθιος, βλάκας

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες