βούρτσισμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

40px Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική βούρτσισμα βουρτσίσματα
γενική βουρτσίσματος βουρτσισμάτων
αιτιατική βούρτσισμα βουρτσίσματα
κλητική βούρτσισμα βουρτσίσματα

30px Ετυμολογία []

βούρτσισμα < βουρτσίζω

30px Ουσιαστικό[]

βούρτσισμα ουδέτερο

  1. η ενέργεια του βουρτσίζω

32πχ Μεταφράσεις[]