βράζω
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- βράζω < αρχαία ελληνική βράσσω
Ρήμα [
]
βράζω , παρατ.: έβραζα, στιγμ. μέλλ.: θα βράσω, αόρ.: έβρασα , μτχ.π.π.: βρασμένος
- (αμετάβατο) για υγρό του οποίου η θερμοκρασία έχει ανέλθει στο σημείο βρασμού, κοχλάζει και μεγάλο μέρος της μάζας του μετατρέπεται σε αέριο
- (μεταβατικό) θερμαίνω ένα υγρό ώστε να μετατραπεί σε αέριο
- (αμετάβατο) για φαγητό που μαγειρεύεται με βράσιμο
- (μεταβατικό) ετοιμάζω βραστό φαγητό ή ρόφημα
- για ουσίες που περνούν από διαδικασία ζύμωσης
- (αμετάβατο) (μεταφορικά) έχω πολύ υψηλή θερμοκρασία
- (αμετάβατο) (μεταφορικά) κατέχομαι από έντονα συναισθήματα θυμού, αγανάκτησης και είμαι έτοιμος να εκραγώ
Εκφράσεις [
]
- βράζει το αίμα του: έχει μεγάλη ενεργητικότητα
- το στήθος του βράζει: είναι πολύ κρυωμένος