βράκα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | βράκα | βράκες |
| γενική | βράκας | βρακών |
| αιτιατική | βράκα | βράκες |
| κλητική | βράκα | βράκες |
Ετυμολογία [
]
- βράκα < → Η ετυμολογία λείπει.
Ουσιαστικό [
]
βράκα θηλυκό
- είδος παντελονιού που φτάνει μέχρι τα γόνατα και σχηματίζει πολύ φαρδιές πτυχώσεις
[
]
Μεταφράσεις [
]
βράκα