βράκα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

μουσικός που φοράει βράκα και παίζει ταμπουρά


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική βράκα βράκες
γενική βράκας βρακών
αιτιατική βράκα βράκες
κλητική βράκα βράκες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

βράκα < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

βράκα θηλυκό

  1. είδος παντελονιού που φτάνει μέχρι τα γόνατα και σχηματίζει πολύ φαρδιές πτυχώσεις

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]


32πχ Μεταφράσεις[]