βράχος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική βράχος βράχοι
γενική βράχου βράχων
αιτιατική βράχο βράχους
κλητική βράχε βράχοι
Πληθυντικός και: τα βράχια
βράχος μέσα σε δάσος

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

βράχος < μεσαιωνική ελληνική βράχος (αρσενικό) < ελληνιστική κοινή βράχος (ουδέτερο) (που μεταπλάστηκε σε αρσενικό με μεγεθυντική σημασία) < αρχαία ελληνική βραχέα (ὕδατα) (πληθυντικός) < αρχαία ελληνική βραχύς
Η αρχική σημασία δήλωνε τα ρηχά νερά της θάλασσας και, στη συνέχεια, και τις απόκρημνες πετρώδεις ακτές

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ˈvɾa.xɔs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

βράχος

  1. μεγάλος όγκος από πέτρα
    καθόταν μόνη της στους βράχους της παραλίας
  2. (ειδικότερα) μεγάλος πέτρινος όγκος που σχηματίζει λόφο
    ο ιζηματογενής βράχος των Ματάλων
  3. (μεταφορικά) άνθρωπος με μεγάλη σταθερότητα, που δεν υποχωρεί στις αρχές του

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]

32πχ Μεταφράσεις[]