βρέφος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | βρέφος | βρέφη |
| γενική | βρέφους | βρεφών |
| αιτιατική | βρέφος | βρέφη |
| κλητική | βρέφος | βρέφη |
[
]
Ετυμολογία
- βρέφος < αρχαία ελληνική βρέφος
[
]
Ουσιαστικό
βρέφος ουδέτερο
- το πολύ μικρό παιδί
- ανάμεσα στους διασωθέντες ήταν και ένα βρέφος τριών μηνών