βρέχω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

βρέχω < αρχαία ελληνική βρέχω

[] Open book 01.svg Ρήμα

βρέχω

  1. (μεταβατικό) υγραίνω, διαβρέχω, μουσκεύω κάτι με κάποιο υγρό, συνήθως με νερό
    βρέχω το μαντήλι
  2. (αμετάβατο) (στο τρίτο ενικό πρόσωπο) βρέχει (→ βλέπε λέξη): περιγράφει το φυσικό φαινόμενο της βροχής
    θα βρέξει αύριο
  3. μουσκεύω, δροσίζω
    Λίγο νερό, να βρέξω το στόμα μου.
  4. (μεταφορικά) μετά από το άρθρο το: γιορτάζω πίνοντας
    το βρέξαμε χθες
  5. (μεταφορικά) ραπίζω, χτυπώ, δέρνωβλέπε έκφραση: σπάω στο ξύλο
    του τις έβρεξε
    θα στις βρέξω

[] Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

[] Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc)

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

συγγενές με το λατινικό rigo, γοτθικό rign

[] Open book 01.svg Ρήμα

βρέχω

  1. (μεταβατικό) υγραίνω, διαβρέχω, μουσκεύω κάτι με κάποιο υγρό, συνήθως με νερό
  2. (λέξη της μεταγενέστερης ελληνικής ) περιγράφει το φυσικό φαινόμενο της βροχής
Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες