βρέχω
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- βρέχω < αρχαία ελληνική βρέχω
[
]
Ρήμα
βρέχω
- (μεταβατικό) υγραίνω, διαβρέχω, μουσκεύω κάτι με κάποιο υγρό, συνήθως με νερό
- βρέχω το μαντήλι
- (αμετάβατο) (στο τρίτο ενικό πρόσωπο) βρέχει (→ βλέπε λέξη): περιγράφει το φυσικό φαινόμενο της βροχής
- θα βρέξει αύριο
- μουσκεύω, δροσίζω
- Λίγο νερό, να βρέξω το στόμα μου.
- (μεταφορικά) μετά από το άρθρο το: γιορτάζω πίνοντας
- το βρέξαμε χθες
- (μεταφορικά) ραπίζω, χτυπώ, δέρνω → βλέπε έκφραση: σπάω στο ξύλο
- του τις έβρεξε
- θα στις βρέξω
[
]
[
]
Μεταφράσεις
[
]
Αρχαία ελληνικά (grc)
[
]
Ετυμολογία
- συγγενές με το λατινικό rigo, γοτθικό rign
[
]
Ρήμα
βρέχω