βρίζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

βρίζω < αρχαία ελληνική ὑβρίζω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά []

ΔΦΑ : /ˈvɾi.zɔ/

Open book 01.svg Ρήμα []

βρίζω , παρατ.: έβριζα, στιγμ. μέλλ.: θα βρίσω, αόρ.: έβρισα , παθ.φωνή: βρίζομαι

  1. (μεταβατικό) εκτοξεύω εναντίον κάποιου βρισιές, λέξεις ή φράσεις επιθετικές, προσβλητικές, χυδαίες ή ασεβείς προς τα θεία
  2. (αμετάβατο) χρησιμοποιώ στο λόγο μου υβριστικές εκφράσεις

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις []

32πχ Μεταφράσεις []