βρίζω
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- βρίζω < αρχαία ελληνική ὑβρίζω
Προφορά [
]
Ρήμα [
]
βρίζω , παρατ.: έβριζα, στιγμ. μέλλ.: θα βρίσω, αόρ.: έβρισα , παθ.φωνή: βρίζομαι
- (μεταβατικό) εκτοξεύω εναντίον κάποιου βρισιές, λέξεις ή φράσεις επιθετικές, προσβλητικές, χυδαίες ή ασεβείς προς τα θεία
- (αμετάβατο) χρησιμοποιώ στο λόγο μου υβριστικές εκφράσεις