βροντή
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- βροντή < αρχαία ελληνική βροντή < βρέμω
[
]
Ουσιαστικό
βροντή
- μπουμπουνητό αστραπής, ισχυρός κρότος με διάρκεια, παρατεταμένος